Ιστορικό

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΣΧΟΛΗ

Η ΠΡΩΤΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ

Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή είναι το πιο ιστορικό και αρχαιότερο ελληνικό σχολείο στον κόσμο και ένα από τα παλαιότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ευρώπης.

Η Σχολή ιδρύδηκε το 1454 από τον Γεννάδιο Σχολάριο, πρώτο Πατριάρχη των ελληνορθοδόξων, των Ρωμιών, μετά την άλωση της Πόλης. Αποτελεί συνέχεια της Πατριαρχικής Ακαδημίας που υπήρχε και πριν την Άλωση και εκπαίδευε τα ανώτερα στελέχη του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στις αρχές του 17ου αιώνα το πρόγραμμα σπουδών της Σχολής διαμορφώνει ο σπουδαίος λόγιος Θεόφιλος ο Κορυδαλλεύς με αποτέλεσμα έως και τα μέσα του 19ου αιώνα να φημίζεται για το υψηλό της επίπεδο και την ανώτερη παιδεία που προσφέρει σε πολλά πεδία των επιστημών. Απόφοιτοι της Μητέρας Σχολής ήταν άνθρωποι οι οποίοι με το έργο τους έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο χτίσιμο της ιστορίας και της παράδοσής της. Την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπηρέτησαν ως ηγεμόνες και πολιτικοί με εξέχοντα ονόματα όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Ευγένιος Βούλγαρης και ο Δημήτριος Κάντεμιρ.

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία προσπαθεί να συμβαδίσει με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και κάνει διάφορες αλλαγές σε πολλούς τομείς του Οθωμανικού κράτους. Όλοι οι πολίτες από όπου και αν προέρχονται αποκτούν ίσα δικαιώματα, άρα και οι Έλληνες εκμεταλλεύονται την ευκαιρία αυτή και χτίζουν εκκλησίες, σχολεία και ανάμεσα σε αυτά και το πιο λαμπρό από όλα τα κτήρια της ελληνορθόδοξης κοινότητας: το κτήριο στο οποίο στεγάζεται μέχρι σήμερα η Μεγάλη του Γένους Σχολή.

Το κτήριο της Μεγάλης του Γένους Σχολής κτίστηκε μεταξύ 1880 και 1882 το οποίο σχεδίασε ο απόφοιτος Κωνσταντίνος Δημάδης, δίνοντας στην κάτοψη το σχήμα του αετού με ανοιγμένα φτερά και έστεψε το κτήριο με ένα λαμπρό τρούλο.  Αρχιτεκτονικά μοναδικό, το κτήριο αποτελεί εξαίρετο δείγμα εκλεκτικισμού με βικτωριανά, βυζαντινά και αρχαιοελληνικά στοιχεία, ενώ είναι ορατό και από πολλά σημεία της Πόλης.

Μετά την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας (1923) η Σχολή μετατρέπεται σε μειονοτικό σχολείο εξακολουθώντας όμως να παρέχει κορυφαία δευτεροβάθμια εκπαίδευση μέχρι και σήμερα, με τα μαθήματα να γίνονται άλλα στα ελληνικά και άλλα στα τουρκικά. Οι τελειόφοιτοι της Σχολής διαγωνίζονται μαζί με όλους τους υπόλοιπους τελειοφοίτους της Τουρκίας για την εισαγωγή τους στα ΑΕΙ της χώρας, με σημαντική επιτυχία, και έχουν το δικαίωμα να εισέλθουν με ειδικές εξετάσεις και στα ελληνικά πανεπιστήμια.

Παρά τον μικρό πλέον αριθμό των μαθητών της, η Μεγάλη Σχολή συνεχίζει με συνέπεια την πορεία της μέσα στο χρόνο και ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον. Το λαμπρό κτήριο δεν αποτελεί μονάχα ένα ιστορικό μνημείο-μουσείο αλλά συγχρόνως ένα ζωντανό κύτταρο δημιουργίας που επιβεβαιώνει την παρουσία της ρωμιοσύνης και του ελληνισμού στην μοναδική αυτή μητρόπολη της οικουμένης.